Μάϊος 2007
7,50 € 
Επιλογή Τεύχους


Συντηρητικό κλίμα
Παρίσι. Τα σημάδια της παγκόσμιας κλι-ματικής αλλαγής είναι εμφανή: παγετώνες που λιώνουν, πρώιμες ανθοφορίες και αυξανόμενες θερμοκρασίες. Τα 11 από τα τελευταία 12 έτη κατατάσσονται ανάμεσα στα θερμότερα που έχουν καταγραφεί ποτέ. Κατόπιν διαβουλεύσεων, οι επιστήμονες και οι διπλωμάτες της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) εξέδωσαν την πολυαναμενόμενη έκθεσή τους τον φετινό Φεβρουάριο. Σε αυτήν, η ύπαρξη παγκόσμιας θέρμανσης περιγράφεται ως «αναμφίβολη», όμως δεν γίνεται αναφορά στην τάση επιταχυνόμενης κλιμάκωσης της θέρμανσης. Αποκλείοντας δηλώσεις οι οποίες προκάλεσαν διαφωνίες και εμμένοντας απαρέγκλιτα σε δεδομένα δημοσιευ-μένα σε περιοδικά που εφαρμόζουν το μηχανισμό ομότιμων κριτών, η IPCC συνέταξε ένα «συντηρητικό» κείμενο, το οποίο ίσως υποτιμά τις επιπτώσεις των αλλαγών που θα προκύψουν από έναν θερμαινόμενο κόσμο, όπως, εν πολλοίς, έκανε και η έκθεση του 2001.

Περισσότεροι από 2.000 επιστήμονες από 154 χώρες συμμετείχαν στις εργασίες τής IPCC, η οποία θα εκδώσει τρεις ακόμα εκθέσεις εντός του έτους. Η παραπάνω πρώτη έκθεση εξέτασε μόνο τη φυσική επιστήμη της κλιματικής αλλαγής. Οι επιλεγέντες επιστήμονες ως κύριοι συγγραφείς συνέταξαν κεφάλαια με θέματα που εκτείνονται από την ιστορική ανασκόπηση της κλιματικής αλλαγής έως και τις επιπτώσεις της ανά περιοχή. Κατόπιν τούτου, κυβερνήσεις και άλλοι κριτές υπέβαλαν πάνω από 30.000 σχόλια. Στο τέλος, κύριοι συγγραφείς και διπλωμάτες συναντήθηκαν στο Παρίσι για να εξετάσουν το τελικό κείμενο, λέξη προς λέξη, άλλοτε τροποποιώντας μια εμφατική λέξη (το «αναμφίβολη» θριάμβευσε επί του «έκδηλη») και άλλοτε αποκλείοντας ένα διφορούμενο εύρημα.

Για παράδειγμα, ύστερα από ενστάσεις της Σαουδικής Αραβίας και της Κίνας, παραλείφθηκε από την αναφορά η πρόταση ότι η επίδραση της ανθρωπογενούς δραστηριότητας στο θερμικό ισοζύγιο της Γης υπερβαίνει αυτήν του Ήλιου κατά 5 φορές. «Στην πραγματικότητα, η διαφορά είναι δεκαπλάσια», αναφέρει ο εκ των κύριων συγγραφέων Piers Forster, του Πανεπιστημίου τού Λιντς στην Αγγλία· συγκρίνοντας με τις ιστορικά καταγεγραμμένες τιμές έντασης ηλιακής ακτινοβολίας της, η Γη σήμερα δέχεται από τον Ήλιο επιπρόσθετη ακτινοβολία έντα-σης 0,12 βατ ανά τετραγωνικό μέτρο της γήινης επιφάνειας, ενώ οι ανθρωπογενείς πηγές παγιδεύουν επιπρόσθετη ακτινοβολία έντασης 1,6 βατ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Ο συντηρητικός χαρακτήρας του κειμένου αντανακλά επίσης τη φύση της επιστήμης της κλιματικής αλλαγής. Διάφορα μοντέλα, τα οποία υποστηρίζουν διαφορετικά πιθανά μελλοντικά σενάρια, προβλέπουν άνοδο της στάθμης της θάλασσας· άλλα κατά 18 μόνο εκατοστόμετρα και άλλα έως και κατά 59 εκατοστόμετρα. Κανένα, ωστόσο, από αυτά τα μοντέλα δεν περιλαμβάνει τη δυνητικά μεγαλύτερη συνεισφορά στην άνοδο της στάθμης από την τήξη των παγετώνων της Γροιλανδίας και της Ανταρκτικής. Οι κατασκευαστές μοντέλων για το κλίμα δεν μπορούν να συμπεριλάβουν σε αυτά τις επιδράσεις στους ενδοχωρικούς πάγους αυτών των περιοχών, καθότι δεν μπορούν να τις αναγάγουν σε εξισώσεις ―σαν να λέμε, μια τάδε ποσότητα επιπρόσθετης θερμότητας θα προκαλέσει μια δείνα ποσότητα νερού από τήξη πάγου.

Οι παγετώνες της Γροιλανδίας λιώνουν και κατά μέσο όρο κινούνται ταχύτερα, όμως αυτές οι μεταβολές δεν επιδέχονται έναν απλό, αύξουσας μορφής γραμμικό συσχετισμό. Για παράδειγμα, ο παγετώνας Kangerd-lugssuaq έχει χάσει μάζα λόγω τήξης, όμως παράλληλα, και λόγω της λεπτότερης μορφής του, το βάρος του, το οποίο εξωθεί τη ροή πάγου προς τη θάλασσα, είναι μικρότερο. Επιπλέον, το 80% σχεδόν της πρόσφατης αύξησης στην απορροή νερού έλαβε χώρα εντός 1 μόνο έτους, και το φαινόμενο δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί. Όπως επισημαίνει ο ειδικός στη μελέτη των παγετώνων Richard Alley, του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνιας, «το στρώμα πάγου χάνει μάζα, αυτή η απώλεια έχει αυξηθεί προϊόντος του χρόνου, όμως δεν αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας· πάντως, επηρεάζει». Στην πραγματικότητα, πολλοί παράγοντες επηρεάζουν το στρώμα πάγου της Γροιλανδίας. «Προσπαθείς να ανακαλύψεις τι συμβαίνει σε ένα τεράστιο, απομακρυσμένο και πολύπλοκο τέρας, και κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο», προσθέτει ο Alley.

Και άλλοι σημαντικοί παράγοντες, όπως η μεταφορά καταιγιδοφόρων αέριων μαζών, μπορούν απλώς να προσεγγιστούν, καθότι εκδηλώνονται σε πολύ μικρές κλίμακες. «Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα τα μοντέλα να προσομοιώσουν πλήρως αυτά τα φαινόμενα», σχολιάζει ο κατασκευαστής κλιματικών μοντέλων Stephen Zebiak, του Πανεπιστημίου Columbia. «Συνεπώς, οι ερευνητές προσπαθούν όλο κι όλο να συλλάβουν το τελικό αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών».

Παρά τα όσα ελαττώματα, τα μοντέλα του παγκόσμιου κλίματος γίνονται όλο και πιο ακριβή: όταν τροφοδοτηθούν με τους παράγοντες που επηρεάζουν το κλίμα τα τελευταία 100 χρόνια, τα αποτελέσματά τους ταιριάζουν με ακρίβεια στα τρέχοντα παρατηρησιακά δεδομένα. Αυτή η ακρίβεια δίνει στους επιστήμονες μεγαλύτερη βεβαιότητα στον υπολογισμό πιθανοτήτων για το μέλλον. Όλα δε τα μοντέλα συμφωνούν ότι, μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, η θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξηθεί κατά τουλάχιστον 0,4 βαθμούς Κελσίου.

Στις αρχές Απριλίου, η IPCC εξέδωσε τη δεύτερη έκθεσή της, η οποία εστιάζει στις επιπτώσεις της παγκόσμιας θέρμανσης, από τις περισσότερο έντονες ξηρασίες μέχρι και τις σφοδρότερες βροχοπτώσεις και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα. Η τρίτη έκθεση αναμένεται προς τα τέλη του τρέχοντος μήνα (Μάιος) και θα εξετάζει τις επιλογές που έχουμε για την αντιμετώπιση των φαινομένων, όπως η χρήση εναλλακτικών πηγών ενέργειας έναντι των ορυκτών καυσίμων. Συμπέρασμα: Με δεδομένες τις συντηρητικές εκτιμήσεις τής IPCC, η ανάγκη άμεσης εξεύρεσης λύσεων είναι έκδηλη.