Ιανουάριος 2006
7,50 € 
Επιλογή Τεύχους


Αναγεννημένοι διαβητικοί
Όταν το 2000 γιατροί του Πανεπιστημίου της Αλμπερτα στο Έντμοντον του Καναδά ανακοίνωσαν την επιτυχή μεταμόσχευση παγκρεατικών νησιδίων Langer-hans σε διαβητικούς, οι ελπίδες για θεραπεία της ασθένειας έγιναν πιο έντονες από ποτέ. Τα νησίδια εκκρίνουν τη σωστή ποσότητα ινσουλίνης τη σωστή στιγμή, συνεισφέροντας σε ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα σαφώς καλύτερη εκείνης που μπορεί να πετύχει ένας ασθενής, ακόμη και ακολουθώντας ένα εντατικοποιημένο σχήμα 5 ή ίσως και 6 ενέσεων ινσουλίνης την ημέρα. Πριν τη μεταμόσχευση όμως θα χρειαστεί να «συλλεχθούν» νησίδια από συμβατούς δότες. Και τη στιγμή αυτή, δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι.

Μια άλλη ομάδα από το ίδιο πανεπιστήμιο, της οποίας ηγείται ο Alex Rabinovitch, επιθυμεί να αξιοποιήσει μια ακόμη καλύτερη κατηγορία δοτών: τους ίδιους τους ασθενείς. Χορηγώντας χημικές ουσίες-σηματοδότες ή αυξητικούς παράγοντες, η ομάδα αυτή ελπίζει ότι θα ενεργοποιήσει το πάγκρεας των ασθενών, ώστε να αναπτύξει δικά του Β κύτταρα, τα ινσουλινοπαραγωγά δηλαδή κύτταρα των νησιδίων. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που ένας αυξητικός παράγοντας χρησιμοποιείται με τον τρόπο αυτό ―για παράδειγμα, εδώ και αρκετά χρόνια χορηγείται ερυθροποιητίνη σε ασθενείς, προκειμένου για την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Ωστόσο, σε τούτη την περίπτωση, η ουσία δεν θα χρησιμοποιηθεί για να επιταχύνει κάποια διαδικασία, αλλά για να «επανεκκινήσει» μία άλλη που έχει ανασταλεί.

Στο διαβήτη τύπου Ι, τα Β κύτταρα πεθαίνουν εξαιτίας μιας «θηριώδους» αυτοάνοσης διεργασίας. Στα τέλη της δεκαετίας τού 1970, από διάφορες αυτοψίες αποκαλύφθηκε ότι ελάχιστα Β κύτταρα εξακολουθούν να παράγονται από έναν πρόγονο που κανείς δεν είχε υποψιαστεί: τα κύτταρα των εκφορητικών πόρων. Τα συγκεκριμένα κύτταρα δεν αποτελούν τον ενήλικο κλάδο των αρχέγονων (βλαστικών) κυττάρων τον οποίο εδώ και χρόνια αναζητούσαμε· αντιθέτως, πρόκειται απλώς για «άχαρα» χημικά εργοστάσια παρασκευής πεπτικών υγρών του εντέρου. Οι διαβητολόγοι, μάλιστα, θεωρούσαν ότι τα κύτταρα των εκφορητικών πόρων δεν συνιστούν τίποτα άλλο παρά «άχρηστο υλικό» που πρέπει να αφαιρεθεί από τα προς μεταμόσχευση νησίδια. Σήμερα όμως, από πολυάριθμες ενδείξεις προκύπτει ότι αυτό που κάποτε θεωρούσαμε άχρηστο ίσως αποδειχτεί «καθαρό χρυσάφι».

«Οι χειρουργοί συνάδελφοί μας αναφέρουν, σε μια δημοσίευσή τους, ότι την ικανοποιητικότερη παραγωγή ινσουλίνης, ύστερα από μεταμόσχευση νησιδίων, εμφανίζουν όσοι ασθενείς δεχτούν μοσχεύματα με πολλά κύτταρα εκφορητικών πόρων», λέει ο Rabinovitch. Γιατί όμως ωφελούνται οι ασθενείς από τα ξένα κύτταρα εκφορητικών πόρων, όταν ήδη έχουν πολλά από τα δικά τους ανέπαφα; Αν και όχι με σιγουριά, ο Rabinovich υποπτεύεται ότι τα κύτταρα των εκφορητικών πόρων, για να επηρεαστούν από τη χημική ανάδραση, πρέπει να βρίσκονται κοντά στα νησίδια. Ο ίδιος έχει ήδη μελετήσει πολλούς πιθανούς αυξητικούς παράγοντες και έχει βρει ότι δύο από αυτούς εμπλέκονται στη διαδικασία της εν λόγω μεταμόρφωσης.

Ο ένας είναι η παραγόμενη στο στομάχι γαστρίνη, ο δε άλλος ο επιδερμικός αυξητικός παράγοντας (EGF), αυξητικός παράγοντας γενικής δράσης. Ο ρόλος των παραπάνω ουσιών στην παραγωγή Β κυττάρων προτάθηκε αρχικά, το 1993, από τον Stephen Brand και τους συναδέλφους του στην Ιατρική Σχολή τού Harvard. Οι ερευνητές εντόπισαν έναν ασυνήθιστα μεγάλο πληθυσμό Β κυττάρων σε ποντικούς με μεταλλάξεις οι οποίες προκαλούσαν υπερέκκριση των δύο παραγόντων. Ο Rabinovitch αναπαρήγαγε το ίδιο αποτέλεσμα χορηγώντας τους παράγοντες σε ένα στέλεχος ποντικών που χρησιμοποιείται ως πειραματικό μοντέλο σε μελέτες σχετικές με τον αυτοάνοσο διαβήτη.

Οι δοκιμές σε ποντίκια που είχαν εμφανίσει πρόσφατα διαβήτη απέδωσαν θεαματικά αποτελέσματα. Ύστερα από δύο μόλις εβδομάδες θεραπείας, ο αριθμός Β κυττάρων τριπλασιάστηκε, η ποσότητα της παραγόμενης ινσουλίνης οκταπλασιάστηκε, ενώ η συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα έπεσε σε φυσιολογικά επίπεδα. Τα αποτελέσματα σε ποντίκια τα οποία είχαν εμφανίσει το διαβήτη εδώ και αρκετό καιρό δεν ήταν εξίσου καλά: παρόλη τη σημαντική ελάττωση των επιπέδων γλυκόζης, χρειάστηκε να χορηγηθούν στα ζώα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται επίσης και κατά τις μεταμοσχεύσεις νησιδίων, ώστε να αποφευχθεί η απόρριψη των μεταμοσχευμένων κυττάρων ―αξίζει δε να σημειωθεί ότι, καθώς τα φάρμακα αυτά μπορεί να προκαλέσουν βλάβες στα νεφρά και αποτελούν έναν από τους σοβαρότερους ανασταλτικούς παράγοντες όσον αφορά τις μεταμοσχεύσεις νησιδίων, χορηγούνται μόνο σε ασθενείς με σοβαρό πρόβλημα ρύθμισης του διαβήτη τους. Ακόμη και μια μερική αναγέννηση των B κυττάρων στους ασθενείς μπορεί να εξισορροπήσει, ώς ένα βαθμό, την έλλειψη μοσχευμάτων, ενώ απαιτεί λιγότερη ανοσοθεραπεία, καθότι τα αναγεννημένα Β κύτταρα θα έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο την αυτοανοσία, όχι και την αντίδραση απόρριψης.

Τον περασμένο Αύγουστο [2005] ξεκίνησε η φάση ΙΙ των δοκιμών σε ανθρώπους της γαστρίνης και του EGF. Τα αποτελέσματα που θα προκύψουν μέχρι και την άνοιξη του 2006 θα χρησιμεύσουν στην αξιολόγηση της ασφάλειας και της δραστικότητας των ουσιών. Στα άτομα που συμμετέχουν στις δοκιμές περιλαμβάνονται ασθενείς με διαβήτη τύπου Ι, αλλά και τύπου ΙΙ ―ο διαβήτης τύπου ΙΙ δεν προκύπτει λόγω αυτοάνοσης αντίδρασης, ενώ τα νησίδια εξακολουθούν να παράγουν ινσουλίνη, αν και σε μικρότερες ποσότητες.

Το ιδανικό θα ήταν, λέει ο Rabinovitch, οι ασθενείς με διαβήτη τύπου ΙΙ να μην χρειάζονται εξωγενή ινσουλίνη και οι ασθενείς με διαβήτη τύπου Ι να χρειάζονται λιγότερη. Η ικανότητα του οργανισμού να παράγει έστω μικρή ποσότητα δικής του ινσουλίνης έχει μεγάλη σημασία, καθότι τα B κύτταρα αντιδρούν με μεγάλη ευαισθησία στις στιγμιαίες αλλαγές συγκέντρωσης της γλυκόζης στο αίμα. Και όσο αποτελεσματικότερος ο έλεγχος της συγκέντρωσης γλυκόζης, τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες του ασθενούς να αποφύγει τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές του διαβήτη, οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν προβλήματα στην υγεία και τη λειτουργία της καρδιάς, των νεφρών, των οφθαλμών και των ποδιών.